ἐχθιζινός

ἐχθιζινός, ή, όν,
A = ἐχθεσινός, Men.303.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εχθιζινός — ἐχθιζινός, ή, όν (Α) εχθεσινός («μένω γὰρ ἐξ ἐχθιζινοῡ», Μέν.). [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. τού χθιζινός* < χθιζός < χθες*] …   Dictionary of Greek

  • ἐχθιζινόν — ἐχθιζινός masc acc sg ἐχθιζινός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχθιζινοῦ — ἐχθιζινός masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.